Μητς Μήτσης
ΜΗΤΣ ΜΗΤΣΗΣ Συγγραφέας-Λαογράφος-Ποιητής ο Προγονολάτρης
και δωρητής Μουσείου πολιτιστικής κληρονομιάς 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ 

ΔΙΗΓΗΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ - ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ-ΠΟΙΗΣΗ



Ο Μητς Μήτσης είναι Ελλάδα:

Είναι εκείνη η Ελλάδα που όλο μας διαφεύγει,
είναι η Ελλάδα που καρτερικά αναμένει και υπομένει,
είναι η Ελλάδα που όλοι μας κάπου την έχομε «ψυλλιαστεί» αλλά δεν προλαβαίνομε να τη γνωρίσομε,
είναι η Ελλάδα που ακόμα υπάρχει ασάλευτη αλλά βογκάει,
είναι η Ελλάδα που αν χαθεί χαθήκαμε.

Τα ποιήματα, τα θεατρικά, και το διηγήματά του είναι Ελλάδα, είναι μικροί παράδεισοι που ξεπροβάλουν σε κάθε γωνιά της γης, είναι μικρά κυκλάμινα π’ ανθίζουν στη σκιά και δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν –μόνο που είναι στη σκιά- είναι μικροπηγές και λίμνες, είναι «ξαφνικά».

Ο Μητς Μήτσης υπάρχει και είναι -μέσα μας- δεν χρειάζεται να ψάξομε. Αρκεί να το καταλάβομε.
Αυτά έγραψε το 1997 ο πρώτος του εκδότης για τον «ΕΝΔΕΚΑΤΟ» ποιήματα και δέκα χρόνια μετά το 2007 στον «ΚΥΑΝΟ ΣΤΑΥΡΟ» αφηγήματα, διηγήματα, ποιήματα 340 σελίδες το οποίο τυπώθηκε και στη γραφή braille τα ακόλουθα:

Το να υφαίνεις το προφίλ του Μητς Μήτση είναι το δυσκολότερο πράγμα του κόσμου για μένα. Όσοι τον γνωρίζουν θα με καταλάβουν! Απροσδιόριστα αναρχοαυτόνομος εκρηκτικά ευρηματικός,
απίστευτα χρονομνήμων.

Είχα γράψει παλαιότερα γι’ αυτόν ότι είναι από καθάριο, κρυστάλλινο, αυθεντικό μέταλλο, γρανίτη, μάρμαρο λευκό!
Αυτός ο άνθρωπος γράφει ακατάσχετα,
γράφει για ν’ αναπνέει,
γράφει για να ζει.
Ζει επειδή γράφει!!

Τι γράφει: Και τι δε γράφει!
Διαβάστε τον και απολαύστε τον.
Είναι μοναδικός!
Είναι ο Μητς Μήτσης.
***

Ο Νίκος Κούνδουρος έγραψε:
Με έκπλιξη και συγκίνηση - ανθρωπο - και πατριδογνωσία-
σε χαιρετώ με σεβασμό
Μάρτης 1997

Ο λόγιος Χρίστος Γκόντζος συγγραφέας-εκπαιδευτικός, ένας από τους προτείναντες για μέλος στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, ως εισηγητής, έγραψε στην αίτηση:
Ο Δημήτριος Μήτσης είναι καταξιωμένος συγγραφέας και αγωνίστηκε για τις ανθρώπινες αξίες, για τη θεμελίωση του ελληνικού λόγου και για το ποιοτικό ανέβασμα της κοινωνίας.
Οι στοχασμοί του και το περιεχόμενο των βιβλίων του δημιουργούν στον αναγνώστη ευδιάθετη παρώθηση, τα αγκαλιάζει και ποτέ δεν τα απαριάζει.
Δεν είναι κτητικός αλλά μεταδοτικός.

Περπάτησε παντού, ζυμώθηκε με το λαό και στηλίτευσε με την αριστοφάνεια έκφρασή του, την ηθική κατάπτωση της κοινωνίας μας. Ο λόγος του φτερούγησε και βρήκε απόκριση εγκωμιαστική και πέρα από τα σύνορά μας.

Προτείνω στην αξιότιμη «επιτροπή κρίσης» -στους επαΐοντες της λογοτεχνίας- να κάνει δεκτή την αίτηση του Δ. Μήτσηκαι να γίνει μέλος της Ε. Ε. Λ «ακονιτί» για να συνεχίσει την προσφορά του από το άπαρτο κάστρο του πολιτισμού μας και του οικουμενικού λόγου της Ε.Ε.Λ.

Παρ’ όλ’ αυτά για δεύτερη φορά η επιτροπή αξιολόγησης δεν έκανε αποδεχτή την αίτησή του να γίνει μέλος της Ε. Ε. Λ. όπου μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε εκδώσει 19 βιβλία.
***

Ο Φώτης Κουβέλης για την ποιητική συλλογή «3β» σημείωσε:

Μια ολόκληρη πατρίδα κουβαλά στην ποίησή του ο Μίμης Μήτσης, μια πατρίδα γεμάτη ζωή, πόνο, αγάπη και έρωτα. Τον έρωτα που αγκαλιάζει τη γη και τον άνθρωπο και γίνεται βίωμα στάση ζωής.
Τα μικρά και ταπεινά είναι η ποίηση του Μ. Μήτση.

Δεν είναι ο ουδέτερος στοχαστής. Δεν είναι απόμακρος ποιητής, που αρνείται τη συμμετοχή σε αυτό που αναδύει και καθορίζει σκληρά και άμεσα τη ζωή:
«Γκρεμίστε τις φυλακές/σπίτια χτίστε/φτιάξτε τρακτέρ…/ ορθώστε σκολειά…»

Δεν με θέλγει η ποίηση που υποτάσσεται στην πολιτική σκοπιμότητα. Κι ο Μ Μήτσης δεν κάνει ποίηση πολιτικά υποταγμένη.

Είναι αφοπλιστικός ο ποιητικός αυθορμητισμός του, με μόνη την υποταγή του να ζει ο άνθρωπος
γι’ αυτό κι ομολογεί: «....η Ιερουσαλήμ χωρίς Ναζωραίο/Μέκκα δίχως Μωάμεθ, η Αθήνα χωρίς Σωκράτη και Περικλή
θα ζούσε; /ο άνθρωπος χωρίς το Μάρξ άραγε πως θα ζούσε;..»

 Έχει την αίσθηση της παράδοσης.
Όχι ως μουσειακή θεώρηση, αλλά ως τένοντας που διαπερνά το σώμα της ανθρώπινης ζωής.
Πανανθρώπινος ο λόγος του.
Αρνείται το μικρόκοσμο της «εθνικής μοναξιάς» και κοινωνεί τον υφήλιο πόνο: Γιατί τόσοι άνθρωποί/ γιατί να ζούνε πρόσφυγες/ γιατί φυλακισμένοι/ γιατί έχουμε τους δήμιους/ τους φοβερούς φονιάδες;..».

Δεν είμαι κριτικός της τέχνης. Είμαι ένας πολίτης που αγαπά την τέχνη. Έτσι, μ’ αυτή τη διάθεση, διαβάζω την ποίησητου Μ. Μήτση.

Ο καθαρός ποιητικός λόγος του δεν υποτάσσεται σε φόρμες και σχολαστικές υποδείξεις.

Ο Μίμης Μήτσης με την ψυχή του γράφει, με την ψυχή του δοκιμάζεται και κρίνεται.
Αυτή η δοκιμασία με συγκινεί και με κερδίζει.
Ο Μίμης Μήτσης είναι ποιητής.
***
Ένα άρωμα αγριοτριανταφυλλιάς αναδύεται μέσα από αγνότητα, τον αυθορμητισμό και την καθαρότητα της γραφής του Μ.Μ.

Λέγω αγριοτριαντάφυλλα επηρεασμένος όχι μόνο από τον τίτλο της συλλογής του, αλλά κυρίως, γιατί μες στο άρωμα αυτό υπάρχουν επίσης οι ανατρεπτικές αιχμές των αγκαθιών του ελεύθερου καλλιεπούς φυτού.
Η έκφρασή του, η γεμάτη ορμή, ομοιάζει να ξεπηδά ως πίδακας ύδατος, μες από τα ίδια υπόγεια ρεύματα που έθρεψαν τις πιο δυνατές και συγκινητικές φωνές του δημώδους και έντεχνου νεοελληνικού λόγου.

Αν οι αρχικές πηγές έμπνευσης του Μ. Μ. μπορούν εύκολα να εντοπιστούν από τον αναγνώστη στη σφαίρα της ελληνικής μυθολογίας και στον κόσμο της βίβλου, γρήγορα επικεντρώνονται στην επιβίωσης της ελληνικής παράδοσης στο ζωτικό της χώρο, δηλαδή όσο γίνεται απόμακρα από τα αστικά κέντρα, του σύγχρονου ελληνισμού.

Παράλληλα οι φυσικές δυνάμεις, φορείς σύγχρονων μηνυμάτων, στα κείμενα του Μ. Μ. συνθέτουν το πλαίσιο μιας αυτοβιογραφικής εξομολόγησης και συγχρόνως μιας εμπειρικής αναπόλησης των συλλογικών τραυματισμών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Αυτά διαβάζει κανείς στη «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Χάρη Πάτση) τα οποία έγραψε
ο θεράπων ιατρός του dr Αθανάσιος Αρχοντάκης στον πρόλογό του, στα διηγήματα «Αγριοτριαντάφυλλα – Το ημερολόγιο ενός ασθενή» και συνεχίζει:

Τα μέσα έκφρασης ανακαλούν κινήματα του μοντερνισμού, κυρίως τον αυτοματισμό της υπερρεαλιστικής γραφής, η προσήλωσή του όμως στην ελληνική παράδοση τον καθιστά έκφραση του ατόφιου λόγου του νεοελληνικού λυρισμού.

Χωρίς να υποτιμηθεί ο λανθάνων αλλά ακατάπαυστα παλλόμενος ερωτισμός, του οποίου η ένταση παντρεύεται αβίαστα με όλα τα φυσικά στοιχεία και δυνάμεις που συνθέτουν το εκφραστικό πλαίσιο του Μ. Μ. και δημιουργούν δείγματα ποιητικής αυθεντικότητας.

Αυτοί οι συνδυασμοί δεν μπορούν παρά να θυμίζουν αποσπασματικά στον αναγνώστη εκείνους μεταξύ παράδοσης και μοντέρνου, που συναντάμε στον Ελύτη.

Η πρωτογένεια όμως του νεοελληνικού λόγου αποκαλύπτει συγγένειες με τη γραφή του Γιάννη Σκαρίμπα.

Παράλληλα η εικονοπλασία μέσα από τολμηρούς συνδυασμούς στοιχείων της δημοτικής παράδοσης με διάφορες ριζοσπαστικές τάσεις του μοντερνισμού πλησιάζουν τον Μητς Μήτση στις ανανεωτικές εξάρσεις ενός Γκάτσου.

Ο Μ. Μ. παρ’ όλα αυτά ιδιαιτεροποιείται ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους μέσα από την προσέγγιση της πρωτογενούς αθωότητας της αυθόρμητης λαϊκής έκφρασης που αποτελεί μόνιμο άξονα στο έργο του.

Πρόκειται για την άμεση αφηγηματικότητα και την παραστατική αναβίωση της ζωντανής διαλογικής επικοινωνίας των απλών ανθρώπων που διατηρούν ακόμα το προνόμιο της άνευ όρων συμβίωσης με τη φύση..

Ο Μ. Μ. υπογραμμίζει άλλωστε το χάσμα που χωρίζει απάνθρωπες συνθήκες επιβίωσης στα αστικά κέντρα από εκείνες της αρμονικής συμβίωσης με τη μητέρα φύση, με τέτοια ένταση που ανακαλεί το πάθος του εξόριστου στην Αθήνα Κρυστάλλη και τη δραματική του νοσταλγία».
***

O br Γρηγόρης Γιαννούλης, έτερος θεράπων ιατρός του έγραψε:
«Λιτός, δωρικός, περιεκτικός, ρομαντικός, ονειροπόλος, αφτιασίδωτος, δεμένος με τη γη που τον γέννησε.

Ζει ξανά μ’ αυτές τις αράδες, τις οποίες αποτυπώνει στο χαρτί τη ζωή του όλη, άλλη μια φορά, με το ίδιο πάθος που την πρωτοέζησε.

Μυρίζει τ’ άρωμα της ζωής του.

Φεύγει η πένα και ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται αβίαστα πόσο ομαλά κύλησε η ζωή του όχι μόνο με χαρές αλλά και στεναχώριες, πάντως ομαλά.

Τη χαίρετε τη ζωή του, τον παθιάζει, τον πονά κι αυτός παίζει με τα παιδιά του χωριού, χοροπηδάει, κάνει τρέλες, πόσο του αρέσει.

Όσο διαβάζεις το έργο αυτό του Μήτση, τόσο πιο έντονα ακούς και συ τους ήχους από το κλάμα του παιδιού, το βήξιμο του γέροντα, το γέλιο της κοπέλας του χωριού του, και χαίρεσαι κι εσύ να γίνεσαι ένα με το συγγραφέα.

Μπλέκει την ποίηση με τον πεζό λόγο τόσο αρμονικά που θαρρείς ότι είναι ένα ποίημα. Λέξεις δικές του, του χωριού του, κομμάτι από το κύτταρό του, τις ζει και τις αισθάνεται και τις ταιριάζει και τις δένει με το λόγο και τα νοήματα των προτάσεών του.

Είναι παραμύθι ή βίωμα;
Είναι φαντασία ή κάτι αλλιώτικο;
Είναι η ζωή του Μήτση ολάκερη,
είναι ο χυμός του Ηπειρώτη.

Φιλοσοφεί, αναπολεί, υπόσχεται, κλαίει, ελπίζει, προχωρά σταθερά, αταλάντευτα σαν Ηπειρώτης, έτσι τον έμαθε η βάβω του.

Παρομοιώσεις, μεταφορές, εφευρήματα, προβληματισμοί, πατριωτική έπαρση και περηφάνεια σ’ όλο της το μεγαλείο αποτυπωμένα μ’ ένα γλαφυρό τρόπο που σε συνεπαίρνει και θέλεις να ζήσεις την επόμενη πρόταση του έργου του, γιατί σου φυλάει την έκπληξη.

Τα δέντρα μιλούν, τα νερά βογκούν στον ανθρώπινο πόνο, ο αέρας άλλοτε δροσίζει κι άλλοτε παγώνει, έτσι το θέλει ο συγγραφέας.

Τίποτα δεν είναι γραμμένο τυχαία, όλα έχουν τη σημασία τους, την ιστορία τους, το μήνυμά τους, τη σημειολογία τους, είναι η παράδοση, αυτό τον καίει πιο πολύ.
Χειριστής άριστος της γλώσσας, την έμαθε μεσ’ την κοιλιά της μάνας του, γι’ αυτό και παίζει
μ’ αυτή και τον κάνει να χαίρεται πολύ.

Είναι ο λόγος του ίδια η στολή της μάνας του, χωρίς τίποτε το περιττό, μα λόγος πλούσιος με πούλιες, με πολύ νόημα,με εξαίσια σύνθεση, με πολλά μηνύματα, ολόμεστος.

Η αφήγηση ζωντανή κι οι διάλογοι απαράμιλλοι. Είσαι κι εσύ μέσα στην κουβέντα, ζεις και συ όλα τα επεισόδια από πολύ κοντά.

Αγονία του η παράδοση και τη θέλει καθαρή ανόθευτη, αβεβήλωτη, γι’ αυτή πάσχει και πέτυχε το δύσκολο.

Δίνει συμβουλές για την παράδοση, το απαιτεί από το μνήμα ο Χριστοσπύρος, γιατί ξέρει ότι ο Μήτσης ο συγγραφέας έχει δυνατή φωνή, έχει ταλαντούχα και έμφυτη πένα, μπορεί να συμβουλέψει όχι μόνο τον Ηπειρώτη αλλά και κάθε Έλληνα.

Αναζητά την ευτυχία στα απλά πράγματα, αυτά που κρύβουν την βαθειά φιλοσοφία της φυλής μας, με το παιχνίδι, το πείραγμα, το γέλιο, την ευτυχία.

Τελρειώνω το διάβασμα του δυνατού αυτού έργου του Μήτση κι η γλύκα από τους χυμούς των νοημάτων της αφήγησης, μου δίνει την αίσθηση της ομορφιάς της ζωής μ' όλα της τα παιχνίδια εύκολα και δύσκολα και ποτέ ατομικά, αποξενομένα, αντικοινωνικά.

Οι ρίζες μας, η παράδοσή μας θέλεινα πορευόμαστε όλοι μας μαζί, πάντα μαζί σε χαρές, σε λύπες, σε γιορτές, σε πανηγύρια, σε λατρείες όπως γλαφυρά περιγράφει ο συγγραφέας ο άνθρωπος Μήτσης γιατί αυτή είναι η ανάσα κι ο παλμός της ζωής.

Ο Αντώνης Παλαμήδης άλλος θεράπων ιατρός έγραψε:
Είναι δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο να σκιαγραφήσεις την προσωπικότητα του Μητς Μήτση.

Έχω την εντύπωση, ότι κιαι αν γράψει κανείς για τον συγγραφέα Μητς Μήτση θα τον αδικήσει και οι άλλοι θα το θεωρίσουν υπερβολή.

Γι’ αυτό θα παραμείνω σιωπηλός, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ότι και αν σημειώσω, θα χαρακτηρισθεί ότι είναι κολακείες ενός ιατρού, προς τον ασθενή του.

Πιστεύω, ότι, όσα ολιγότερα γράψει κανείς για τον συγγραφέα Μητς Μήτση τόσο περισσότερα εκφράζει.

Κι έτσι, παρότι Μακεδόνας θα εκφραστώ Λακωνικά και θα πω,
ο Μητς Μήτσης είναι το Α και το Ω.
Είναι άτομο ολοκληρωμένο, σύγχρονό, καταξιωμένο και κοινωνικά χρήσιμο.
***

Βασίλης Βενέτης
Δικηγόρος παρ’ Αρείου Πάγου
Επίτ. Διδ. Πανεπ. Πειραιώς
Επίτ. Πρ. Δι. Συλλόγου Πειραιώς
Πρ. Ταμείου Νομικών έγραψε:

Πολυγραφότατος ο Μητς Μήτσης μένει πιστός και σ’ αυτή τη γραφή του στη λατρεία του τόπου που τον έθρεψε αλλά καταφέρνει και αυτή τη φορά να τον αντικρύσει με μάτια αλλιώτικα και να τον αγαπήσει μ’ άλλο τρόπο απ’ την αρχή. Μέσα απ’ τις απλές αφηγήσεις της καθημερινότητας.

Γιατί αυτό που αποπνέει πάνω απ’ όλα κάθε γραφή του είναι ότι η ρίζα της έμπνευσής του τρέφεται από την ουσία της Ηπείρου. Το φυσικό χώρο, τους ανθρώπους, τα συναισθήματα, όλα όσα εύσχημα ονόμασαν παράδοση και ιστορία της απείρου χώρας.

 Σε τούτο το βιβλίο φιλοτεχνεί με μια μοναδική δεξιοτεχνία εικόνες του χωριού του με υλικά του απλές λέξεις και συνάμα φτιάχνει πορτρέτα αισθημάτων καμωμένα μ’ όλη την αγνότητα μιας ποίησης που μέσα στις σελίδες του βιβλίου γεννιέται κι αναπνέει μονάχα για την Ήπειρο.

Ήθη και έθιμα προβάλλονται με όλη τους τη λαογραφική αξία και υπόσταση μέσα από την αναπαράσταση της παράδοσης της οποίας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και η οποία έχει μια φλέβα ζώσα που χτυπάει στους ρυθμούς της υπαίθρου.

Και στην αναπαράσταση του χρόνου, των ανθρώπων και της εποχής συμβάλουν και οι ιστορίες που περιγράφει ο συγγραφέας και που τις διηγείται με την απλότητα χαλαρής αφήγησης πλάι στο παραγώνι βοηθώντας τον αναγνώστη να ενταχθεί στην υπόθεση και τα δρώμενά της.

Παρότι η γραφή του διακρίνεται από μια ανατρεπτική απλότητα, δεν καταφέρνει να μας εκπλήσει γιατί μας έχει συνηθίσει, μετά από τόσες συγγραφικές επιτυχίες όπου αποτυπώνει η προσωπική του σφραγίδα στην ποίηση και στην παράδοση, να περιμένομε πάντοτε απ’ αυτόν το αυθεντικό και το καλύτερο.
***
Η Πανηπειρωτική, με το μέλος του Δ.Σ Σπύρο Τζίμα εκφράστηκε:

Είναι πολύ σπάνια, για την Πανηπειρωτική Συν/δία Ελλάδος η ευχέρεια να θέτει εν ταυτώ «υπό την αιγίδα της και τιμής ένεκεν» αφενός, αλλά, και επί της ουσίας (ως έλασσον χρέος της) το έργο, την προσφορά και αυτήν καθεαυτήν την ίδια την οντότητα ενός ανθρώπου της.

Διότι σ’ αυτόν οφείλει μάλλον η ίδια τα μέγιστα και ο οποίος, διακτινίζοντας την Ηπειρωτικότητα, τελικά σαν αετός

υπερίπταται στα άπειρα όρια ενός πολίτη της Ανθρωπότητας με την ξέχειλη χάρη και ανθρωπιά του, ωραίος ως Έλληνας πάντα.

Καθότι ο Μήτσης διαθέτει ταυτότητα, αφού συνειδητά διατηρεί άσβεστο το καντηλάκι της μνήμης των προπατόρων, σαν τους αρχαίους σώφρονες Αθηναίους. Είναι βέβαια Ηπειρώτης ακόμα και στο ευφυές καλλιτεχνικό του προσωνύμιο: Ο Μητσ(ου)ς Μήτσ(η)ς .

Κατάγεται απ’ τις λαϊκές παρυφές της αγροτιάς και τις εργατιάς, άνθρωπος πολυπράγμων του μόχθου, ώστε μεταποιείται εύκολα μεν, αλλά κι επώδυνα, σε κομμωτή ψυχών!

Προγονολάτρης αλλά όχι προγονόπληκτος, σαν τον Αρχιμήδη πατάει γερά στον τόπο του, σε βιωμένες αξίες, στις ρίζες του, διαδηλώνοντας το «δός μοι πά στώ καί τάν γάν κινήσω».
Όπως ο Σωκράτης εκμαίευε την αλήθεια καθώς και η μαμμή μάνα του γέννες.

Ο Μητς Μήτσης, άξιος κομμωτής, με τα ψαλίδια και τις χτένες της γλώσσας και της πέννας του, ευτρεπίζοντας κάρη κομόων, ευπρεπίζει μαζί και τις ψυχές μας.

Συνάμα, αφού βίωσε την απόλυτη πενία – πείνα και τη δυστυχία, τον όλεθρο και την ανείπωτη αλληλουχία των πολέμων, ανέστη μεταποιώντας τις πληγές τις δικές του και της γενιάς του σε Ευψυχία.

Βιοπορεύτηκε δημιουργικότατα, σωρεύοντας με τις πλάτες του όλα τα πλούτη: Υλικά μέσα επαρκή, χωρίς ποτέ να γίνει μίζερος ή λάτρης του έχειν.

Αντίθετα πάντοτε απ’ την περίσσεια ή το υστέρημά του χαρίζονταν γύρω του, αρκούμενος στα αναγκαία, όντας σε ευθεία γραμμή με τους διαχρονικούς συμπατριώτες μας Ευεργέτες.

Ανιδιοτελής, δοτικός, χωρίς επίδειξη ή προπέτεια και δίχως να χρωστάει σε κανέναν. Γι’ αυτό είναι άνθρωπος αγαπητός κι ευτυχής, αφού έζησε εύψυχος και ελεύθερος!

Πιότερος όμως σωρεύτηκε ο Πλούτος στην ψυχή και το πνεύμα του. Αλαφροΐσκιωτος από τη φτιάξη του, καλλιτέχνης από τάλαντο στα επαγγέλματα όπου μαθήτευσε, μα και στο Λόγο, κυρίως σ’ αυτόν. Χαρισματικός αφηγητής και Λογοτέχνης (ποιητής και πεζογράφος), γίνεται θησαυριστής παρελθόντων, παρόντων και μελλούμενων.

Διαβλέπει μέσα απ’ την πάμφωτη ελληνική διαφάνεια ( που τυφλώνει τους αμέριμνους) την Ελληνικότητα, μέσα στην Ηπειρώτικη παρθενικότητά της.
Παρατηρεί με οξυδέρκεια και αντικειμενικότητα, σχεδόν βιωματικά, τα περασμένα που ριζώνουν και ισκιώνουν τους ζωντανούς, ενώ αφουγκράζεται τον αχό των Μελλούμενων σαν άλλος προφήτης.

Βιωματικός αφηγητής σαν τον Μακρυγιάννη, γι’ αυτό ενίοτε οξύς και αψύς, αλλά με μια γραφή ειλικρινή που αντιγράφει την αληθινή ζωή και δεν ακκίζεται.

Άλλοτε πάλι θυμόσοφος με την προφορικότητα και τη σοφή διαλλακτικότητα των Λαών, άλλοτε σεμνός στα όρια της οσιότητας ενός Παπαδιαμάντη και ενίοτε προφητικός σαν Σολωμός, τελικά γίνεται κλασσικός.

Στο έργο του «Πόλεμος» -όπως εξάλλου και σε προηγούμενα- το αίτημα του τραγουδιού «Του Νεκρού αδερφού) επανέρχεται κι ανασταίνει νεκρούς που κινητοποιούν τους ζωντανούς προς τη σωτηρία, ενώ το αίτημα των τραγικών μας ποιητών, Σοφοκλή και Αισχύλου, για σεβασμό προς τους νεκρούς και τη φυσική νομοτέλεια, δηλαδή για τη συνειδητοποίηση και την ανάδυση του Δέους (είτε ως σεβασμού, είτε ως φόβου) απέναντι σ’ αυτά που δίνουν τη Ζωή, αλλά κι επιμερίζουν το φρικτό Θάνατο, κυριαρχεί.

Σαν άλλος Θουκυδίδης υπενθυμίζει πως όποιος παίζει με τα όπλα κάνει ακόμα και τα κρίνα να δακρύζουν, γιατί ούτε ο ήλιος δεν μπορεί να υπερβεί τα Μέτρα.
Εκατομμύρια αδικοχαμένες ψυχές αγαλλιάζουν απ’ τα μνημόσυνα και τα μοιρολόγια του Ηπειρώτη αοιδού Μήτση, καθώς δικαιώνονται από το άδικο, να μη μπορέσουν δηλαδή να ζήσουν κάτω απ’ το φως του Ήλιου όσο κι όπως τους έπρεπε.

Αυτός λοιπόν, ο κομμωτής ψυχών ζώντων και τεθνεώντων όλα του τα υπάρχοντα τα δωρίζει απλόχερα:
Στο Χαμόγελο του Παιδιού, σε Λαογραφικά Μουσεία, στην Ήπειρο, σ’ όλη την Ανθρωπότητα σαν απειροκαλής –απείρου κάλλους- Ηπειρώτης, σαν Έλληνας πάντα ωραίος!

Γι’ αυτό, σαν Π. Σ. Ε πάντα θα του οφείλουμε, αλλά κυρίως γιατί σε όλους μας δείχνει πώς είναι να ζει κανείς σαν Άνθρωπος».
***

                                    Ο Χρήστος Π. Μέγας δημοσιογράφος 

               πρόσφατα έγραψε στον πρόλογο του νέου του βιβλίου
                 Ο Μανδραγόρας και η όχενδρα της Ευτέρπης

          Ένα (ταξίδι)ν ενάντια στις δοξασίες με κοινωνικό «διάφορο»

          Ο Μήτς Μήτσης έδρασε αυτόνομα, απλώθηκε στην χώρα χωρίς όρους, έγραψε χωρίς όρια, με μόνη συστολή το ήθος της πατρίδας και τα νάματα της οικογένειας. Γι’ αυτό και τύπωσε τα ατύπωτα. Όσα απαθανάτισε ο Όμηρος και έφτασαν γάργαρα και παραστατικά σε κάθε στρούγκα στην Ελλάδα, σε κάθε καλύβα στην Ήπειρο, σε κάθε πανηγύρι του κόσμου. Τα ηρωικά που λέγονται στη στάνη, τα λυρικά στο σκοπό της φλογέρας, τα σκαμπρόζικα δίπλα στην εστία τους βροχερούς χειμώνες. Να νανουρίζουν τα, ακουμπισμένα στο γωνολίθι, παιδιά, ν’ αφηνιάζουν τους εφήβους, να ροδίζουν οι παρειές στις χαμηλοβλεπούσες, πλην σεινάμενες, κόρες.

          Ένας ώριμος συγγραφέας δεν μπορεί παρά να καταπιάνεται με σοφία πάνω στα μικρά καθημερινά πράγματα με δύναμη, ενδελεχείς περιγραφές και απόκρυφες λεπτομέρειες. Γνωρίζει ότι όλα τα μεγάλα έχουν ειπωθεί για: τον πόλεμο, την ξενιτειά, τον έρωτα, την προδοσία, τη νοσταλγία. Το μόνο που αλλάζει είναι η ματιά, η διαδρομή, η εμβάθυνση. Έτσι πιάνει έναν πανάρχαιο μύθο (ή μήπως τον ίδιο τον φόβο για την ζωή και τα απρόοπτά της;) αυτόν του Μανδραγόρα και ξεδιπλώνει τους στοχασμούς του. Γιατί το δυνατό σημείο του ανά χείρας βιβλίου είναι τα μικρά και ταπεινά πράγματα τα οποία προσπερνούμε με βιάση αλλά, αυτά επίμονα και ισχυρογνώμονα όπως τα εμπόδια στη ζωή, έρχονται και επανέρχονται ενοχλητικά. Έτσι, με μοναδική ευχέρεια περιγράφει τη φύση και καταλήγει σε δύο απόκοσμους φίλους που πάνε να ξεριζώσουν ένα… απόκοσμο φυτό με υπερφυσικές ιδιότητες και άγνωστες δυνάμεις: Τον Μανδραγόρα.
          Αλλά, εάν ο Μανδραγόρας είναι το ελιξίριο της ζωής, ένας γενναίος πολεμιστής, ένας μαχητής της ζωής κοιτάζει ολούθε τριγύρω. Βλέπει πιο χαμηλά, προσέχει την ομορφιά από τα ταπεινά κυκλάμινα… Και ο παλαίμαχος αλλά, όχι απόμαχος, πολεμιστής, ο νικητής σε όλες τις μονομαχίες ξέρει να διαλέγει το πιο όμορφο στο «κάστρο της ζωής».

          Όμως η ζωή συνεχίζεται και βρίθει επαναλήψεων, γεμάτη από φάρσες, ατυχήματα, εναλλασσόμενα γραφικά τοπία με εφιαλτικές αναμνήσεις,  και γκροτέσκες καταστάσεις. Δεν χαρίζεται σε κανένα(ν) ο Μήτσης. Ρίχνει ένα πάρθιο βέλος, αφήνει τη χολή του, βρίζει σαν σύγχρονος Αριστοφάνης στην αγορά. Και το κείμενο κυλάει στο χρονογράφημα για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να συνετιστούν οι διοικούντες. Γι’ αυτό και όλες οι βρισιές καταλήγουν στα κόμματα. Ο Μήτσης είναι ακομμάτιστος, δεν γίνεται απολιτίκ…

          Λέει –λόγου χάρη- για την άπιστη γυναίκα που ο άντρας προτιμά να φτάσει το έγκλημα παρά να την χωρίσει. Λες και περιγράφει στον σύγχρονο «μικρομεσαίο» που επιχείρησε να ανέβει σε πολλά κομματικά τρένα για να συντηρήσει ένα άπιαστο «όνειρο» σαν παρακοιμώμενος της εξουσίας. Και επικαλείται προς τούτο, την απιστία ντε, τον Πάρη (που δεν μπορεί να υπάρξει σύγχρονός του) γιατί το Αιγαίο είναι μπλοκαρισμένο από τα τουρκικά υποβρύχια…

          Και όλα αυτά φιγουράρουν δίπλα στην φωτογραφία με τα ξυπόλυτα ποδαράκια του όταν έκανε παρέλαση… (Ο αθεόφοβος δάσκαλος τηρούσε μέχρι τέλος το πρωτόκολλο της διοίκησης προκειμένου να μας διδάξει πώς ήταν οι Έλληνες κατά Ρηγόπουλο….).

          Η δυνατή περιγραφή εν είδει μυθιστορήματος, ο αναστοχασμός ως φιλοσοφικό δοκίμιο, το χρονογράφημα σαν καταστάλαγμα παλαιού ρεπόρτερ, η σύγχρονη ιστορία ενός νεότερου Ηροδότου, οι πιραντελικοί διάλογοι μιας σκληρής ζωής συγκεντρώνονται στο έργο του Μήτση. Και αυτός ο πλούτος δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί (ταυτόχρονα) με νεολογισμούς, με την ντοπιολαλιά των ανθρώπων της δράσης και της φύσης, με τους ιδιωματισμούς που έλεγε στο δάσκαλο και τον έβαζε τιμωρία.

          Ο Μήτσης επέλεξε να πάει αυτή τη φορά στην Πελοπόννησο, όπως στο πρώτο (της ζωής του ταξείδιον) που ήταν από το χωριό, από την εμφυλιοπολεμική Ελλάδα και την φτωχιά Ήπειρο στην Αθήνα. Αλλά, γιατί αυτή τη φορά επέλεξε την Πελοπόννησο; Πιθανόν γιατί ερχόμενος στην πρωτεύουσα για τον επιούσιο, αυτή ήταν γεμάτη από βολεμένους (εν σχέσει με τους Ηπειρώτες) Πελοποννήσιους ... Ίσως ήταν απλώς για ένα εύφορο ταξίδι για να περιγελάσει τα πρώτα του παθήματα…

          Το τέλος-τέλος, σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο τόπος. Γιατί ο ηπειρώτης εξελίσσεται εκτός Ηπείρου: στο ταξίδι, με την εργασία, στην Αποστολή! Ακόμη και οι ευεργέτες, Ηπειρώτες του κόσμου Πολίτες ήταν. Γι’ αυτό και τα δυο τραγούδια του βιβλίου εξυμνούν τον Ρόβα. Ένα συνεχές ταξίδι ιδωμένο, κάθε φορά, με διαφορετική ματιά.

          Αν βγαίνει ένα συμπέρασμα από αυτό το βιβλίο είναι ότι ο φόβος (για το άγνωστο, για τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες) είναι προαιώνιος όπως αυτός περικλείεται από τις άγνωστες κατάρες που περιλαμβάνει ο μύθος του Μανδραγόρα. Τα «γραμμένα» της μοίρας και τα κακά συναπαντήματα. Και παρά τους μυριάδες κινδύνους, το ταξίδι θα γίνει: για τη γνώση, την επιβίωση, την προοπτική. Απλά απαιτείται ένα νέο όραμα που θα μας κινητοποιήσει. Θα μας θέσει σε εθνική, κοινωνική και πανανθρώπινη τροχιά. Ένα πρόταγμα που λένε οι… νεοφυείς πολιτικοί. Αλλά αυτό θέλει ένα νέο πατριωτισμό. Να ενσωματώνει μια νέα εθνικότητα μακριά από εθνικισμούς. Με κοινωνικές ρίζες που θα είναι για τον άνθρωπο, όπως ανθρώπινη μορφή έχει η ρίζα-αποταμιευτήρας αμύλου και τροφής του Μανδραγόρα.

          Πρέπει να σπάσουμε τους δεσμούς της καταπίεσης, να αμφισβητήσουμε τις δοξασίες ενός σκοτεινού παρελθόντος και να ανοιχτούμε στο πέλαγος της ζωής όπως το έκαναν οι Ηπειρώτες. Και το αποτέλεσμα του ταξιδιού, το κέρδος, το «διάφορο» πίσω στο σύνολο θα επιστέψει….

          Ένα ταξίδι εις την νιοστή δύναμη {(ταξίδι)ν }. Γι’ αυτό και αέναο
ταξείδιον…
                                                      ***





Ο Μητς Μήτσης ο προγονολάτρης, Συγγραφέας, Λαογράφος, Ποιητής
είναι αυτοδίδακτος, αυτοδημιούργητος, ιδιόρρυθμος με σπάνιες και πρωτόγνωρες ιδιαιτερότητες.
Άτομο μοναχικό, της υπομονής αλλά και τον άκρων.

Απρόβλεπτος, δύστροπος, πείσμων και ασυμβίβαστος με τα κακώς κείμενα. «Αναρχοαυτόνομος» όπως τον χαρακτήρισαν.
Ένας ανήσυχος, καρτερικός, αμετανόητος, και «απροσάρμοστος» χωριάτης στην Αθήνα θα λέγαμε.

Απεχθάνεται τα κυκλώματα και μάχεται κάθε κατεστημένο. Περιφρονεί περγαμηνές, ανόητους αξιωματούχους και μένει αδιάφορος στην κριτική τους.

Μισεί το άδικο, τον καιροσκόπο, το συκοφάντη, τους επιδειξίες, την αχαριστία και τα ψέματα.

Εκτιμάει… δεν αγαπάει!!!...

Είναι ερωτευμένος με τη ζωή, το μεγαλείο της φύσης, με την αλήθεια! Πορεύεται στο όραμα, στην ομορφιά με οδηγό τη γνώση, το ένστικτο της γυναίκας και τον αυθορμητισμό του παιδιού.

Πλανιέται σ’ έναν κόσμο που δεν είναι δικός του, αντιστεκόμενος στο ξερίζωμα της παράδοσης για να μπορεί να ανθίζει το περιβόλι της ζωής, να γεμίζει με λουλούδια της Άνοιξης!

Δε μένει στο σήμερα, αλλά δεν ξεχνάει και το χθες. Γι’ αυτό γυρίζει στις ρίζες μας, στην πηγή της ομορφιάς, γιατί πιστεύει ότι είναι ο θεμέλιος λίθος για το αύριο.
Κι όπως ομολογεί, η σκάλα πρέπει να έχει γερά όλα τα σκαλοπάτια της, για να μπορεί ο καθένας να ανεβαίνει και να κατεβαίνει με σιγουριά.

Τα όσα γράμματα μπόρεσε και έβαλε στο δισάκι του από το φτωχικό σχολείο του χωριού του όπως λέει, τα θεωρεί ως μεγαλύτερη κληρονομιά, όταν νιώσεις βαθιά την αξία τους.
Διότι είναι η μοναδική δύναμη, το πιο ακριβό τίμημα στη ζωή.
Η πιο μεγάλη αξία για το κάθε τι στον άνθρωπο!

Κι όπως εξομολογείται, θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που επέζησε στη γερμανική κατοχή και στον εμφύλιο.
Ο δε Θεός-Θεά Τύχη, αργά μεν, του έδωσε όλες τις χαρές και εξακολουθεί απλόχερα να του τις δίνει και βίαια όμως, ενίοτε, του τις παίρνει…

Το σπουδαιότερο πάντως, είναι το γεγονός ότι, τον όπλισε με δύναμη και συνεχίζει με αμείωτο ρυθμό να στοχεύει μπροστά, όπως και τότε, που ξεκίνησε μικρός.

Η γερμανική κατοχή, ύστερα ο εμφύλιος και μετά η μετεμφυλιοπολεμική περίοδος, όπου δεκαεξάχρονος βρέθηκε ολομόναχος στην Αθήνα, αναζητώντας να ζωντανέψει το όνειρο, είναι βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του.

Πέρασε από δεκάδες εργασίες κι από διάφορες τέχνες ψάχνοντας κάτι να τον εκφράζει όπου μετά από μακροχρόνια διαδρομή όλος τυχαία κατέληξε στην κομμωτική.

Το ανήσυχο πνεύμα που τον χαρακτηρίζει, είχε κι έχει την αναζήτηση του καλύτερου στην τέχνη και το αποτέλεσμα ήταν οι πολλές διακρίσεις:

Πανελλήνιες πρώτες και δεύτερες νίκες,, μετάλλια χρυσά, αργυρά
και χάλκινο, τιμητική πλακέτα για την προσφορά του στον κλάδο,
μέλος της Εθνικής Ομάδας και έλαβε μέρος σε Παγκόσμιο Διαγωνισμό.

Παράλληλα, βλέποντας το πνεύμα αποδοχής ξένων ηθών και εθίμων και την αλλοτρίωση του Έλληνα, από την ανεμπόδιστη εισροή τους στο ξέφραγο αμπέλι της κοινωνίας μας και με πρώτο πλήγμα, αρχές και αξίες της παράδοσής μας, πρωτοστάτησε σε κάθε μορφή αγώνα και αντίστασης, για τη διάσωση, διατήρηση και διάδοσή της.

Το πρώτο άτομο που έγκαιρα διαισθάνθηκε το ταλέντο του όπου τον ώθησε στην τέχνη και εγκατάλειψε το πηλοφόρι, ήταν ο επιχειρηματίας και εργοδότης του Αντώνιος Μπούσκος και από τον φίλο του τον Αιγύπτιο Γαλοέλληνα FELIX- είχε τα πρώτα του διδάγματα.

Τα καθοριστικά όμως, για την πορεία του στην τέχνη και στο χώρο του πνεύματος και που του οφείλει τα μέγιστα και τον θεωρεί δάσκαλο και σαν πατέρα του, είναι ο Κώστας Δημητριάδης ο Αθηναιογράφος.

Κι ότι κατόρθωσε να επιτύχει στην πορεία της ζωής του, τα χρωστάει όλα στη μάνα, στον πατέρα και στη γυναίκα του Βίκυ.

Ευχαριστεί τη Θεά-Θεό Τύχη για τα έξη παραπάνω άτομα.

Οι περιηγήσεις του ανά την Ελλάδα δεν είχαν σκοπό να γνωρίσει μόνο τα ωραία της μέρη, αλλά να ζήσει από κοντά τους τότε απλούς αγνούς ανθρώπους της υπαίθρου.

Να ζήσει τα ήθη, τα έθιμά τους, να τα γνωρίσει. Να «μπολιαστεί» εκείνες τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τον Έλληνα κι όπως ομολογεί, δεν έχουν όμοιό τους σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Συγχρόνως ξεκίνησε να γράφει για ότι έζησε και να συλλέγει όσα παραδοσιακά αντικείμενα είχαν απομείνει, όπου μετά από πολύχρονη προσπάθεια δημιούργησε Λαογραφικό Μουσείο πρώτα στην Αθήνα στο σπίτι του και μετά στη Βουλιαγμένη όπου κατοικούσε, βοηθούμενος από γυναίκα του Βίκυ όσο ζούσε.

Έχει ασχοληθεί με την ποίηση, τη λογοτεχνία και το θέατρο και έγραψε: *34 βιβλία,
εκ των οποίων:
2 μυθιστορήματα,
4 θεατρικά,
7 βιβλία με 334 ποιήματα
και 21 με 116 διηγήματα

Όλα τα έργα του είναι εικόνες και ακούσματα από την πλούσια, πολύπλευρη και δύσκολη πορεία ης ζωής του, όπου και συμβουλεύεται και τους άλλους για πληρέστερη μαρτυρία των γεγονότων, διότι δεν αρκείται μόνο στη δική του θύμηση.

Είναι μόνιμος συνεργάτης με δική του στήλη στο περιοδικό «Ήπειρος Άπειρος Χώρα» και ήταν και μέλος της συντακτικής επιτροπής στην εφημερίδα «Πανηπειρωτική».

Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί από τον Ηπειρωτικό και Αθηναϊκό τύπο και από τις εκδόσεις του Συλλόγου «Οι Φίλοι του Μουσείου Γεωργίου Δροσίνη».

Έχει εκλεγεί στα Δ.Σ σε όλες τις βαθμίδες των Συλλόγων του κλάδου του, καθώς και στις απόδημες οργανώσεις των Ηπειρωτών και διετέλεσε έφορος πολιτισμού της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας της Ελλάδος.

Στο νεοσύστατο Σύνδεσμο Ηπειρωτών Νοτίων Προαστίων Αττικής ο «ΡΟΒΑΣ», όπου εκλέχτηκε παμψηφεί δια βοής ο πρώτος πρόεδρος, καινοτόμησε τις μέχρι τότε μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις με παραδοσιακό περιεχόμενο, τις οποίες για πρώτη φορά στην Ελλάδα τις εμπλούτισε με δρώμενα και τις έβγαλε σε ανοιχτούς χώρους (Ακτές-πλαζ Βάρκιζας και Βούλας).

Παρουσίασε μελέτες του από έρευνές που έκανε πάνω στους παραδοσιακούς χορούς της Ηπείρου στο 18ο Παγκόσμιο Συνέδριο Έρευνας Χορού στο Άργος το 2004 και στην Αθήνα στο 20ο το 2006.
Διασκεύασε την ιστορία του χορού Σαμαντάκα σε χοροθεατρική παράσταση και την παρουσίασε στο 21ο Παγκόσμιο Συνέδριο έρευνας χορού το 2007 στην Αθήνα στο Θέατρο «Δόρα Στράτου».

Το Διήγημα «Αγριοτριαντάφυλλα» επιλέχτηκε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου, διασκευάστηκε από την Άννα Λάζου σε χοροθεατρική παράσταση όπου την παρουσίασε στο 20ο Παγκόσμιο Συνέδριο Έρευνας χορού το 2006 στην Αθήνα,

Παίχτηκε Αθήνα-Θεσσαλονίκη το 2007 στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 170 χρόνων λειτουργίας του, καθώς και στην Ελευσίνα στα Αισχύλεια και σε διάφορες θεατρικές σκηνές της Αθήνας και αργότερα στο Μονοδέντρι Ζαγορίου.

Το θεατρικό του δρώμενο
«Στο Μαχαλά της Γιαννούλας» που σκηνοθέτησε ο ίδιος και παίχτηκε από τη θεατρική ομάδα της Ομοσπονδίας Μουργκάνας στο Θέατρο Δόρα Στράτου το 2005, στο Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα, στις Φιλιάτες και χωριά της Ηπείρου. Και το 2012 στις «Ιωνικές εορτές» στη Νέα Σμύρνη από το Σύλλογο Ηπειρωτών Νέας Σμύρνης-Παλαιού Φαλήρου.

Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από το Δημήτρη Ρίζο «Λαλητάδες»
την Ομοσπονδία Μουργκάνας,
τον Βαγγέλη Κώτσου,
και στην Κύπρο από τον Κύπριο μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Εμμανουήλ Κωνσταντίνου.

Συνεργάστηκε με το Μουσειολόγο, Αρχιτέκτονα Μηχανικό Χαράλαμπο Χάιτα, τη dr. Αλεξάνδρα Τράντα Μουσειολόγο-Αρχαιολόγο, την Νατάσα Κάλου Μουσειογράφο, την Στέιση Βεντούρα Μουσειολόγο-Μουσειοπαιδαγωγό, το Φάρο των Τυφλών και με τον Πολιτισμικό
Οργανισμό του Δήμου των Αθηναίων και διοργάνωσαν έκθεση (μέρος αντικειμένων της Λαογραφικής του Συλλογής) με τίτλο -ΠΡΌΣΩΠΑ και ΠΡΑΓΜΑΤΑ- στο Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης του Δήμου των Αθηναίων στην Πλάκα.

Ώστε τα αντικείμενα αυτά για πρώτη φορά στην Ελλάδα να μπορούν με τη ραφή Braille να τα αντιληφθούν και άτομα με απώλεια όρασης.

Η έκθεση αυτή τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο καινοτομίας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Στρατηγικού Σχεδιασμού για τον Λαϊκό Πολιτισμό στην Ελλάδα.
Και στη Λευκορωσία στην Τρίτη Μπιενάλε απέσπασε το Πρώτο Βραβείο και Χρυσό Μετάλλιο
(interior Design), σε 400 συμμετοχές από 29 χώρες.

Στη μνήμη τις γυναίκας του Βίκυς-Βικτωρίας την Λαογραφική τους Συλλογή, τη Συλλογή έργων τέχνης, τη βιβλιοθήκη, τα χειρόγραφά του, οικογενειακά κειμήλια, προσωπικά τους αντικείμενα και λοιπά είδη ιστορικής αξίας τα είχε δωρίσει στην Νομαρχία Θεσπρωτίας, όπου για μικρό διάστημα λειτούργησε Λαογραφικό Μουσείο.
Τώρα πια, μετά από τέσσερα χρόνια περιπέτειας, ο Δήμαρχος Ζίτσας με το Δ. Σ λογίστηκαν την αξία τους για τις ερχόμενες γενιές και αξιολόγησαν την ωφελιμότητα για τον τόπο τους και το υιοθέτησαν. Σύντομα θα το στεγάσουν στο μεγαλοπρεπές πέτρινο σχολικό κτήριο του περασμένου αιώνα στην κεντρική πλατεία του Κ. Δ Καρίτσας.

 Η κοινωνική του συνεισφορά δε μπορεί να προσμετρηθεί με δείκτες.
Μεγάλη είναι η προσφορά του σε όλους τους τομείς του πολιτισμού μέσα από συλλόγους και οργανώσεις.
Για το έργο και την προσφορά του τιμήθηκε από δεκάδες πολιτιστικούς συλλόγους και διάφορούς φορείς.

Όπως η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία της Ελλάδος, Πολιτιστικό Οργανισμό της Νομαρχίας Θεσπρωτίας και συλλόγους του Νομού, τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Ελευσίνας, Ομοσπονδία Μουργκάνας.           
Στην Κύπρο από Πολιτιστικούς Συλλόγους και Γερμανία από την Πρωτοβουλία Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού Χαϊδελβέργης.

Στους συλλόγους τα βιβλία προσφέρονται με ειδικές τιμές, στις διάφορες βιβλιοθήκες δωρεάν και από τις παρουσιάσεις τα χρήματα από τις πωλήσεις δίδονται σε φιλανθρωπικά Ιδρύματα που οι φορείς επιλέγουν.

Οι τελευταίες του εκδόσεις ‘Ροδιά» ποιήματα, «Όταν μιλάν τα όπλα δακρύζουν και τα κρίνα» ιστορικό διήγημα και «Λουλούδια αγριομυγδαλιάς» θέατρο προσφέρθηκαν στο «Χαμόγελο του παιδιού».

Συνεχίζει τελικά την παράδοσή των Ηπειρωτών Ευεργετών που άφησαν εκτός από την κληρονομιά τους κι ένα αισιόδοξο μήνυμα, ότι σε μια κοινωνία του Μπιγ Μπράλερ και των ριάλιτι,
υπάρχει ανθρωπιά,
υπάρχει σεβασμός
υπάρχει συνέχεια!
***
ΕΡΓΑ ΤΟΥ:
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
*2+2=7 εξαντλήθηκε
*ΑΝΑΣΤΑΣΙ Α εξ….

ΘΕΑΤΡΟ
*Η ΜΑΝΑ εξ….
*ΣΤΟ ΜΑΧΑΛΑ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ εξ….
*ΤΟ ΠΑΝΤΡΕΜΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥΛΑΣ εξ….
*ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΑΓΡΙΟΜΥΓΔΑΛΙΑΣ β΄ εκ. εξ….

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
*ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ» β΄ έκδοση εξ…
*3Β β΄ έκδοση εξ….
*ΡΟΔΙΑ » γ΄ έκδοση εξ……
*ΦΕΝΤΕΡΙΚΟΣ εξαντλήθηκε
*ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΕΙΡΙΝΗΣ εξ….
*ΠΟΛΕΜΟΣ εξ……
*ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ προς έκδοση

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
*ΣΤΑ ΣΥΝΕΦΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ β΄ εκ, εξ
*ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΟΥ ΧΩΡΑΣ β΄ εκ. εξ
*ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΥΛΑ-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΣΘΕΝΗ εξ
*ΚΥΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ εξ
*ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ εξ
*ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΝ ΤΑ ΟΠΛΑ ΔΑΚΡΥΖΟΥΝ ΚΑΙ
ΤΑ ΚΡΙΝΑ
*ΠΡΟΒΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
*ΝΕΡΑΙΔΑ ΤΖΟΟΥΜΕΡΚΙΩΤΙΣΣΑ
*Ο ΓΙΔΑΡΗΣ
*Η ΚΟΤΑ ΤΗΣ ΒΑΒΩ ΤΑΣΣΩΣ
*Ο ΜΑΝΩΛΟ *ΣΑΜΑΝΤΑΚΑΣ
*ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΘΥΜΗΣΕΙΣ
*Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΟΔΩΡΗΣ
*Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ
*Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΕΝΤΟΛΗ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ προς έκδοση και προσφορά
*Ο ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ Η ΟΧΕΝΔΡΑ ΤΗΣ ΕΥΤΕΡΠΗΣ
*Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
*Η ΒΑ. ΒΟ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΡΟΥΦΑΣ
*ΣΥΡΜΑΛΕΝΙΑ
*ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ