Διάφορες Εργασίες 


Νεράιδα Τζουμερκιώτισσα
 

Νεράιδα τ’ Ασπροπόταμου,
του Άραχθου Νεράιδα,                                                 
στητό, ολόρθο το κορμί,
 ήλιος, λαμπρό φεγγάρι, 
ίσιο, λιγνό σαν καλαμιά, 
 και γέρνει στον αγέρα.


Ανεμοχάδι φύσηξε,
λύγησε το κορμάκι,

το νου μου πήρε, την καρδιά,
με λάβωσαν μαχαίρια, 
η κόρ’ η Τζουμερκιώτισσα,
ο ήλιος, το φεγγάρι.     


Βρόχια χρυσά τα χέρια μου,
και φράξαν τα ποτάμια,
στις στράτες τα περάσματα,
της Άρτας το γιοφύρι,
να σ’ αγκαλιάσουν λυγερή,
τον κόρφο σ’ να φιλήσω. 


Στ’ αγνάντια και διάσελα,
μαζί να τραγουδάμε, 
κι επάνω στο Τετράκωμο,
 στην κρύα τη βρυσούλα,
χρυσή φωλίτσα έπλεξα,
χρυσή, μαλαματένια.


Νεράιδα τ’ Ασπροπόταμου,
του Άραχθου Νεράιδα,
 Νεράιδα του Τετράκωμου,
ήλιε, λαμπρό φεγγάρι,              
Νεράιδα Τζουμερκιώτισσα,
της Άρτας το καμάρι.



               Δ Α Κ Τ Υ Λ Ι Δ Ι Α   
Κ Α Ι   Β Ε Λ Τ Ι Ω Μ Ε Ν Ε Σ    Ρ Α Τ Σ Ε Σ!!!                                                                                                                                       

Στα μπράτσα, στο μηρό, 
στον καρπό, στη γάμπα,  
στον ώμο δε γράφω,  
ζωγραφιές δεν κάνω!...                                                                                                                                                       

 Πρόκες, δεν καρφώνω πινέζες, 
δε βάζω χαλκάδες ,    
στα φρύδια, στα χείλη,  
στον αφαλό, στη γλώσσα
ή όπου αλλού!

Στάμπα στο δέρμα να προβάλει,
ράτσα βελτιωμένη δεν κατάντησα!...                                                                                                                                                           
Δεν είμαι,                                                                                         
δε μπορώ να γίνω,                                                                                                               
δεν το επιθυμώ!..

Παραμένω πίσω,
λίγο πιο μπροστά βρίσκομαι,                                                         
 δεν το γνωρίζω!

Αντίπερα βαδίζω, 
στην άλλη όχθη,             
απέναντι στέκομαι,                  
 μπροστά στον εαυτό μου!                                                              

Αντικριστά, φάτσα που λένε,  
να τον γνωρίσω προσπαθώ,
να μπορώ να τον ελέγχω,  
για να τον συγκρατώ!...                                                                                                                                    

Ερωτηματικά, παράξενα,
τα χέρια μην τα κοιτάτε,                                                                                                    
χαλκάδες στα δάκτυλα,                                                                                                        
κρίκοι χρυσοί,
κοσμήματα
δεν είναι!!!...

*Επτά ζωές…
*επτά πλούτη!..
*επτά μαχαιριές!!!

Συμβολικά δακτυλίδια,                                                                                          
αβελτίωτη ράτσα προβάλλουν!...                                                                                                                             
Τη γενιά του Έλληνα,                                                                                                         
τη συνέχειά του!!!

Της Πανδώρας τις ελπίδες!
Της ψυχής το χρυσάφι,                                                                                          
το μάλαμα φανερώνουν,      
της καρδιάς τα διαμάντια!

Το οξυγόνο,
το νερό, το ψωμί,                                                                                                                                            
 την ελιά, το κρασί, το αλάτι!

Η αλήθεια, η θέληση, η δύναμη,                                                                                                     
το αγνό, το κάλος,                                                                              
 ο  έρωτας, η αγάπη,                                                                                              
άφθαρτα, όλα ατόφια!!!

 Τα δώρα της ζωής,
σμιλευμένα στη ράχη τους!
 ΟΙ ανεκτίμητες ηθικές αρχές και αξίες,
κραίνουν, χαμογελάνε!


Η *μάνα, ο *πατέρας είναι,                                                                                                              
 η *γιαγιά που με μεγάλωσε,
η *γυναίκα που με πίστεψε,                                
 την πίστεψα και συμπορευτήκαμε!

Την ωρίμανση θυμίζουν,
του χρόνου τη φθορά,                                               
του ατόμου,                                     
της  κοινωνίας!...                                                  

Την αλλοτρίωση ξεχωρίζουν,
για να μπορώ να αντιστέκομαι,                                                                                  
να τη στραγγαλίζω,                                                                                                         
να την αμπώχνω!...

Την αξιοπρέπεια,                                                                                                         
το υπέρτατο αγαθό,
το κάστρο της ζωής,                                                                                            
το φρούριο!
 Τον πύργο της να σέβομαι,                                                                                                                 
 το κάθε πετραδάκι της!!!

Την ομορφιά να χαίρομαι,                                                                                                              
απολαμβάνω τα δώρα της,
τη χαρά, την αγάπη,                                                                                                              
τον Παράδεισό της,                                                                               
τον έρωτά της…                                                                      
την ευτυχία!
..                                                                                                             
*****

ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΚΗΦΙΣΙΑ

Δυο μενεξέδες την αυγή,
δυο μάτια σμαραγδένια,
δυο αστεράκια τ’ ουρανού,
ματάκια ζαφειρένια.

Της Αφροδίτης ομορφιά,
νεράιδα ζηλεμένη,
γοργά φτερά χελιδονιού 
κι ακούραστα πετάνε.

Ψάχνουν  να βρουν στην Κηφισιά,
περβόλι με  λουλούδια,
ρυάκια, γάργαρα νερά,
στους όχθους μενεξέδες.

Τρεις μέρες περπατάγανε,
κι αφουγκραζόταν νύχτα,
αηδόνια για ν’ ακούσουνε,
τραγούδια από τα νιάτα.

Κι ακούν πουλάκι τη νυχτιά, 
μικρό καναρινάκι, 
φυλακισμένο κι έκλεγε,
μιλούσε σαν παιδάκι.

 Μάνα πατέρα και γιαγιά,
ρωτάει τους Κηφισιώτες, 
που θα ‘βρει άνθια να χαρεί,
βιολέτες να γιορτάσει.

Που είναι οι ανθόκηποι  
να κόψει μανουσάκια,    
θρόνο χρυσό του έρωτα
να πλέξει της αγάπης.

Μες το σπιτάκι σου θα βρεις,
κι αυτά ζωγραφισμένα,
τα όμορφα κυκλάμινα,
της αρραβώνας δώρο!

Γαρδένιες, τριαντάφυλλα,
της Κηφισιάς τα κρίνα,
μπουλντόζες τα σαρώσανε
και φύτεψαν κιβούρια!

Οι εργολάβοι τα ‘θαψαν,
φέραν μεταλλαγμένα,
την Κηφισιά πληγώνουνε,
με τ’ άνθια του σωλήνα!..
                          Τέλος


              

                
                     Άργος 2004 
  180 Παγκόσμιο Συνέδριο Έρευνας χορού  
               Μητς Μήτσης Ελλάδα
    Συγγραφέας-Λαογράφος-Ποιητής  
           ο χορός στη Μουργκάνα                 

 Φίλες και φίλοι σύνεδροι
από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Υφηλίου, 
καλώς ανταμωθήκαμε και φέτος, στη γενέτειρα των γραμμάτων, της τέχνης, του πολιτισμού, της Δημοκρατίας!
Φίλες και φίλοι σύνεδροι του Παγκόσμιο Συνέδριου Έρευνάς Χορού, σμίξαμε ξανά στην Ελλάδα, στην κοιτίδα της Δημοκρατίας, του πολιτισμού και από το Άργος την πατρίδα των Δαναών, στέλνομε το μήνυμα στη Διεθνή Κοινότητα, υπενθυμίζοντάς της, ότι, ο λόγος χωρίζει και ο χορός ενώνει, τα Έθνη, τα Κράτη, τους Λαούς.Δεν κοστίζει τίποτε, όφελος θα έχουν να ρίξουν μια ματιά, για να πάρουν μαθήματα, να θαυμάσουν και να παραδειγματιστούν από το μεγαλείο, όπου αδελφωμένες, όλες οι φιλές του κόσμου, όλων των χρωμάτων και θρησκειών, φίλοι καρδιακοί, πιασμένοι χέρι-χέρι χορεύομαι και τραγουδάμε αγκαλιασμένοι.  
Φίλες και φίλοι σύνεδροι απ' όλο τον κόσμο. 
Θα παρακολουθήσετε Ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς από την  ιδιαίτερη πατρίδα μου την Ήπειρο, την περιοχή της Μουργκάνας.
 
Η Μουργκάνα φίλες και φίλοι,  είναι μια μικρή, ορεινή και άγονη περιοχή, στην επαρχία Φιλιατών στο βόρειο-ανατολικό τμήμα του νομού Θεσπρωτίας Ηπείρου στην Ελλάδα. Καλύπτει όλον τον ορεινό όγκο στην οροσειρά της Μουργκάνας, ανάμεσα στη Βόρεια Ήπειρο, το Πογώνι και τον ποταμό Καλαμά. 
 Έχει πλούσια παράδοση που τη συνθέτουν σπάνιες ιδιαιτερότητες, τις οποίες δεν τις συναντάς σε καμία άλλη περιοχή της Ελλάδας. Αυτό οφείλεται στο δύσβατο της περιοχής, που ήταν δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη, η πρόσβαση και δεν μπορούσαν να εισχωρήσουν άλλες κοινωνίες από τις γύρω περιοχές για να αλλοιώσουν τα ήθη και τα έθιμά τους. Παρήγαγε μόνο πέτρες και ανθρώπους, πλούσιους όμως σε αρετές και χαρίσματα, και το ανδρικό φύλο το εξήγαγε σε όλο τον κόσμο. Οι Μουργκανιώτες ήταν πρωτοπόροι σε όλες τις δραστηριότητες και τις μορφές τις ζωής. Αφοσιωμένοι στις αξίες του ατόμου, με αγάπη και σεβασμό στην παράδοση, ευγνώμονες και με μεγάλη προσφορά στην πατρίδα! Στη Μουργκάνα, πολύ πριν το Κιλελέρ το 1858, όταν οι Τούρκοι θέλησαν να επιβάλλουν και σ’ αυτούς χαράτσι αρνήθηκαν και εξεγέρθηκαν, διεκδικώντας τα ελάχιστα και άγονα ξεροχώραφά τους.Όλοι οι άντρες ήταν τεχνίτες, με κύριο επάγγελμα αυτό του καλαντζή-όπου και τα χωριά τους, πήραν και το όνομα Καλαντζοχώρα, του βαρελά και του σαμαρά.          
Ξεκινούσαν την περιοδεία τους το μήνα Μάρτη, πήγαιναν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας και γύριζαν τέλος Οκτώβρη για να περάσουν το χειμώνα με τις οικογένειές τους. Παρ’ ότι έρχονταν σε επαφή και με άλλους πολιτισμούς, ήθη, έθιμα, όταν γύριζαν στη Μουργκάνα, εκείνα που είδαν και έζησαν τα εγκατέλειπαν, τους έκλειναν την πόρτα με περιφρόνηση. Κατά τα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα ξεκίνησε η μετανάστευση και στα μέσα του εικοστού έγινε μαζική μετανάστευση και όλα τα χωριά ερήμωσαν.Στην Αθήνα ζει ο μεγαλύτερος πληθυσμός και είναι οργανωμένος σε συλλόγους, κάθε χωριό με το δικό του, και όλοι μαζί αποτελούν την Ομοσπονδία Μουργκάνας, που είναι και ο κύριος φορέας της περιοχής για τη διάσωση, διατήρηση και διάδοση της παράδοσης. Η ομοσπονδία Μουργκάνας θεωρείται η πιο δραστήρια οργάνωση από τις αποδημητικές οργανώσεις των Ηπειρωτών. Επίσης, οι Μουργκανιώτες πρωτοστατούν και στους υπόλοιπους συλλόγους των Ηπειρωτών ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό.
 Φέτος, στο 18ο Παγκόσμιο Συνέδριο Χορού, με τη χορευτική ομάδα της Ομοσπονδίας της Μουργκάνας, θα παρουσιάσομε χορούς και τραγούδια της Μουργκάνας, αφιερωμένους στους συνέδρους. Ειδικότερα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης στους συνέδρους, από τις  χώρες που οι πρόγονοί τους, δέχτηκαν με καλοσύνη τους δικούς τους πρόγονους και έτσι βρήκαν αποκούμπι και ρίζωσαν στον τόπο τους, όταν διώχτηκαν από τους δυνάστες ή και σαν μετανάστες αργότερα, όπου σαν πουλιά σκόρπισαν σε όλο τον κόσμο. Οι Μουργκανιώτες είναι τόσο δεμένοι με τον τόπο τους, που και σήμερα, τέταρτης και πέμπτης γενιάς τα καλοκαίρια απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης καταφτάνουν στη Μουργκάνα για να προσκυνήσουν τα άγια χώματα των προγόνων τους.

  Και σήμερα οι Μουργκανιώτες είναι και πάλι πρωτοπόροι όπου με πίστη, πείσμα και θέληση αντιστέκονται στην παγκοσμιοποίηση που προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαιτερότητες της παράδοσης, που συνθέτουν τον ιστό του Ελληνικού πολιτισμού, για να χαθεί η ταυτότητά μας, για να πέσουν τα σύνορα και να επέλθει το ισοπέδωμα των κοινωνιών κι έτσι θα επιτευχθεί ο στόχος της που αποβλέπει στο κέρδος. Οι Μουργκανιώτες είναι πεπεισμένοι ότι η παράδοση είναι το μοναδικό μέσο αντίστασης για να αμυνθεί μια κοινωνία και να επιζήσει. Είναι το απροσπέλαστο εμπόδιο, λένε, όπως και η περιοχή τους παλαιότερα.
  Οι φορεσιές των ανδρών ήταν η Σουλιώτικη φουστανέλα, το άσπρο υφαντό σουβλάρι, τα τσαρούχια με φούντα, μαύρο καπέλο από δίμιτο, το ονομαζόμενο καλπάκι, λινό ή βαμβακερό άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια και κεντημένο στο κούμπωμα, και γιλέκο από μαύρο υφαντό ύφασμα, κυρίως δίχως μανίκια. Αν είχαν, δεν τα φορούσαν και τα είχαν ριγμένα πίσω στις πλάτες και ήταν κεντημένα όπως και το εμπρός μέρος.   
   Τέλος, το μάλλινο υφαντό ζωνάρι με κρόσσια στα άκρα. Το χειμώνα φορούσαν κάπα ή ταλαγάνι από κατσικίσιο μαλλί για το κρύο και τη βροχή.
 Η σημερινή τους εμφάνιση θα είναι με σουλβάρι.
 Της γυναίκας η φορεσιά ήταν και αυτή σχεδόν όμοια με της Σουλιώτισσας. Άσπρο ρουτί, που το μάκρος του έφτανε περίπου στο μισό της γάμπας, κεντημένο όλο το πίσω μέρος και στα δύο πλάγια οι πτυχές. Το εμπρός μέρος δεν ήταν κεντημένο, το σκέπαζε η μάλλινη υφαντή ποδιά από μαύρο δίμιτο με κόκκινα και κίτρινα βελούδινα νήματα ή μεταξωτές κλωστές και ελάχιστες με ασημένιες ή χρυσές και γύρω-γύρω κατέληγε σε πυκνές κόκκινες μάλλινες φούντες. Επίσης, μαύρο υφαντό γιλέκο χωρίς μανίκια και κεντημένο το εμπρός μέρος.
   Αρκετές φορούσαν και βελουδένιο πουκάμισο με κόκκινο, μπλε ή πράσινο χρώμα. Το σεγκούνι, του οποίου το μάκρος έφτανε μία, μιάμιση παλάμη  πάνω από το γόνατο και ήταν κι αυτό από μαύρο δίμιτο. Το καθημερινό είχε κόκκινα μάλλινα σερέτια στο εμπρός μέρος, στις τσέπες, στα πλάγια και στο άνοιγμα στις μασχάλες. Τα επίσημα είχαν κόκκινα βελουτέ σερέτια και κεντημένα με κόκκινες βελούδινες ή μεταξωτές κλωστές.
   Κάλτσες πλεγμένες με μαύρα, άσπρα, κόκκινα και μπλε, μάλλινα νήματα σε διάφορα σχήματα, πέντε-έξι σειρές γύρω-γύρω, ανάλογα το μεράκι, το γούστο και τη δεξιοτεχνία της κάθε γυναίκας, τα ονομαζόμενα μήλα.  
    Ξεκινούσαν κάτω από το γόνατο, στην κορυφή της γάμπας και τις έδεναν με τρίχρωμο σχοινί, από κόκκινα, μαύρα και άσπρα νήματα πλεγμένα γαϊτάνι, και κατέληγαν κάτω από τον αστράγαλο, πάνω από τις πατούσες με φούντα μπροστά.
 Στις πατούσες φορούσαν πλεχτές πατούνες, που το ύψος τους έφτανε πάνω από τον αστράγαλο, και δένονταν μέσα από τις κάλτσες.   
 Άλλες φορούσαν και μονοκόμματες μαύρες κάλτσες, τα ονομαζόμενα τσερέπια που στο πάνω μέρος κατέληγαν σε ένα σχήμα όμοιο με της κάλτσας και το πλάτος του ήταν το μισό. Κόκκινα τσαρούχια με κόκκινη ή μαύρη φούντα.
  Στο κεφάλι φορούσαν μαύρο βαμβακερό μαντήλι, με κλάρα ελιά τυπωμένη γύρω-γύρω με κρόσσια και μικρή φούντα στο άκρο του. Στις αρχές του εικοστού αιώνα και με την απελευθέρωση της Ηπείρου, που ο πηγαινοερχομός στην ξενιτιά ήταν πιο εύκολος και συχνότερος, τα μαντήλια ποίκιλαν σε σχέδια και χρωματισμούς. Για να γίνει το δέσιμό του, το ονομαζόμενο τσιμπέρι, το δίπλωναν σε τρίγωνο και με τις δύο άκρες έκαναν φιόγκο στο πλάι, στο ύψος του φρυδιού.
    Τα μαλλιά τους ήταν χτενισμένα με χωρίστρα στη μέση και πλεγμένα σε δύο κοτσίδες στο πίσω μέρος, αριστερά και δεξιά και τις στόλιζαν με πολύχρωμα λεπτά γαϊτάνια, που τα έπλεκαν μαζί με τα μαλλιά από το μέσο και κάτω στις κοτσίδες και τις άφηναν επάνω στους ώμους και μπροστά. Μερικές, τις κοτσίδες από τη μέση και κάτω τις ενώνανε σε μία και ήταν ριγμένες πίσω στους ώμους, όπου το δέσιμο του μαντηλιού γινόταν κάτω από τις κοτσίδες και τις άκρες του τις έριχναν πάνω στους ώμους και μπροστά. Τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια φορούσαν άσπρο μαντήλι δίχως κρόσσια και στολίδια.
   Στα αυτιά φορούσαν χρυσά σκουλαρίκια. Το στήθος το στόλιζαν με ασημένια γκρέπια με τρεις σειρές αλυσίδες, με τετραμίδες η κάτω ακριανή αλυσίδα. Ασημένιος και ο σταυρός με ίδιες αλυσίδες και κάτω απ’ το στήθος το θηλυκωτάρι, που κρατούσε το γιλέκο, από ασήμι της ίδιας τεχνοτροπίας με τα γκρέπια. Ασημένιες τοκάδες-πόρπες-που ένωναν την υφαντή ζώνη.
Μακρύ υφαντό ζωνάρι που τύλιγε πέντε γύρους τη μέση και μακριά κρόσσια, με φούντα στις άκρες, με δέσιμο αριστερά στο πλάι και τα κρόσσια έφταναν στη μέση του μηρού.
   Στη Μουργκάνα χόρευαν απαραιτήτως στους γάμους, στα πανηγύρια, στις Απόκριες και στις ημέρες του Πάσχα. Σε άλλες εκδηλώσεις όπως αρραβώνες, μικρότερες γιορτές ή γυρισμός ξενιτεμένων η συμμετοχή δεν ήταν καθολική. Χόρευαν χωριστά άντρες και γυναίκες, πρώτα οι άντρες και μετά οι γυναίκες. Ελάχιστοι οι χοροί που χόρευαν μαζί, όμως σε δύο σειρές, στη μία οι άντρες και στην άλλη οι γυναίκες. Στη μέσα σειρά οι γυναίκες και στην απέξω οι άντρες που συμβόλιζε την προστασία της γυναίκας από τον άντρα. Η μάθηση στα παιδιά γινόταν από μόνα τους, που παρακολουθούσαν το χορό και τα πιο θαρραλέα πιάνονταν στο τέλος της σειράς.
     Μετά το τέλος της εκδήλωσης και για αρκετό καιρό, το καθένα μόνο του, καθώς έβοσκαν τα γίδια ή τα πρόβατα στο βουνό, έκανε εξάσκηση. Και όταν θεωρούσε τον εαυτό του έτοιμο χόρευε και πρώτο.
   Της σειράς το χορό και το χρόνο την τηρούσαν με ευλάβεια και αυτό καθοριζόταν από το ποιος πήγε πρώτος στο χοροστάσι και ποιος πιάστηκε μετά, ο άλλος, ο παράλλος και ούτω καθεξής.
    Όταν είχε όργανα τα πλήρωνε ο πρωτοχορευτής και αν κάποιος άλλος από τη σειρά ή και απέξω, έριχνε παράδες στα όργανα, εκείνος τον κρατούσε να χορέψει το τραγούδι κι όταν τελείωνε πήγαινε ξανά στη θέση του. Αν στα όργανα έριχνε και δεύτερος ή και παραπάνω άτομα, τον κρατούσαν σύμφωνα με τη σειρά που πλήρωναν.
   Στα πανηγύρια το χορό τον άνοιγε ο παπάς. Άνδρες και γυναίκες πιάνονταν από το χέρι και χόρευαν μαζί μόνο στους γάμους, και τότε όχι σε μεγάλη έκταση. Μόνο όταν χόρευε η νύφη και ο χορός περιοριζόταν στους στενούς συγγενείς. Πρώτα τη νύφη τη κρατούσε ο νούνος –κουμπάρος- που στεφάνωσε το ζευγάρι, ακολουθούσε η νούνα –η γυναίκα του κουμπάρου- και μετά ο γαμπρός. Ο πεθερός του γαμπρού, η πεθερά του, ο πατέρας του, η μητέρα του και μετά αδέρφια του και αδερφές του ζευγαριού. Τη νύφη την κρατούσαν και χόρευε σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι αφού πρώτα έριχναν χρήματα στα όργανα. Δεν λογιζόταν γάμος δίχως όργανα και νύφη χωρίς να ξέρει χορό.
   Πιο χαρακτηριστική περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί από την παρακάτω. Όταν ήμασταν μικρά παιδιά και πήγαμε όλη η οικογένεια στη θεία μας που ήταν παντρεμένη σε χωριό της Μουργκάνας για να γνωρίσουμε τα ξαδέρφια, η πρώτη ερώτηση που έγινε στην οχτάχρονη αδελφή μου από την ξαδερφούλα μας, που ήταν και μικρότερη, ήταν: «Ξαδέρφη ξέρεις χορό;». Όχι, απάντησε η αδερφή μου. «Και πώς θα παντρευτείς», την ξαναρώτησε με απορία.
    Ένα άλλο πάλι από μια άλλη γειτονοπούλα που μας το είπε η θεία μας. 
Ο πατέρα της, επειδή είχε πολλά παιδιά και δούλευε κάθε μέρα, ακόμα και γιορτές, δεν τον είδε ποτέ να χορεύει και του είπε: «πατέρα, γιατί δε χορεύεις;».
 «Δεν ευκαιρώ περιστέρα μου».
«Και πώς ζεις χωρίς χορό, πατέρα;».
 Τόσο σημαντικός ήταν ο χορός στη Μουργκάνα, όπου και χρήματα να μην είχαν, προτιμούσαν να δανειστούν για να χορέψουν και όχι για να αγοράσουν ψωμί να φάνε.
  Ο χορός στη Μουργκάνα ήταν κάτι θεϊκό, όπου και σήμερα τους Μουργκανιώτες τους ακολουθεί και έχω την εντύπωση ότι θα κληρονομείται από γενιά σε γενιά.
   Στο χορό, ο ένας πιανόταν από το χέρι του άλλου και οι ώμοι τους ακουμπούσαν στους ώμους του άλλου για να νοιώσουν τον παλμό της καρδιάς ο ένας του άλλου και να αισθανθούν την ευφορία της ψυχής του, για να σμίξουν στη μέθη του χορού. Τα βήματα ήταν μικρά με πάτημα γερό. Το στήθος προτεταμένο με το κεφάλι ψηλά, με λεβέντικο αγέρωχο βλέμμα. Μετρημένες φιγούρες, δεν έκαναν τίποτα το περιττό.
   Στη Μουργκανιώτισσα γυναίκα, ο χορός ήταν ιεροτελεστία. Το πόδι της δεν σηκωνόταν πάνω από το χώμα, παρά ελάχιστα εκατοστά, και αν είχε χορτάρι, ίσα ίσα για να το κορφοαγγίζει. Αργές κινήσεις, με μεγάλη χάρη, σταθερά βήματα, σαν πετροπέρδικας και όχι σουσουράδας. Το βλέμμα αγνάντευε το άπειρο και φανέρωνε την προσδοκία. Το πρόσωπο αντανακλούσε όλη εκείνη η ευφορία, η χαρά, η ομορφιά, η μοναδική αίσθηση του χορού, το φεγγοβόλημα της ψυχής που δεν περιγράφεται με λέξεις, δεν λέγεται με λόγια.
   Ο χορός της Μουργκανιώτισσας ήτανε αισθησιακός. Αν κάποια έκανε κάτι το προσποιητό ή το περιττό, ξεχώριζε σαν μύγα στο γάλα, διότι την έκανε χαζοχαρούμενη και κανένας δεν της έδινε σημασία, την θεωρούσαν ελαφρόμυαλη, τη σχολίαζαν δυσμενώς και την περιφρονούσαν.
   Η Μουργκανιώτισσα γυναίκα με το χορό εξέθετε τον ψυχικό της κόσμο. Ήταν ο καθρέφτης που αντανακλούσε το χαρακτήρα της. Από το χορό και μόνο ήταν αρκετό να ερωτευτεί κανείς τη Μουργκανιώτισσα γυναίκα.
  Ορισμένα τραγούδια τα χόρευαν μόνο γυναίκες και άλλα άντρες, όπως τα κλέφτικα και ορισμένα τσάμικα.
   Η Θεσπρωτία είναι η μάνα του τσάμικου όπως και της φουστανέλας, γι’ αυτό και έχει πολλές παραλλαγές ο τσάμικος χορός.
Θα κάνω μία σύντομη αναφορά σε επτά χορούς που είναι οι πιο αντιπροσωπευτικοί και έχω την εντύπωση πως καλύπτουν όλο το φάσμα του χορού στη Μουργκάνα, όπως και τα τραγούδια που μιλάνε για όλη την πορεία της ζωής στη Μουργκάνα.
          1) Πρώτο τραγούδι «τα τέσσερα, τα πέντε τα εννιάδερφα», που μας λέει τους αγώνες τους για λευτεριά, που πολεμούσαν ξυπόλητοι, διψασμένοι και νηστικοί. Είναι χορός στα τρία και χορευόταν από όλους, μικρούς και μεγάλους, γυναίκες και άντρες. Σε μία, δύο, τρεις ή και περισσότερες σειρές, ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων.
          2) Δεύτερος χορός «το πουλάκι». Εδώ το τραγούδι μας μιλάει για αγάπη, πόνο και ξενιτιά που περίσσευαν στη Μουργκάνα γιατί έκανε εξαγωγή του αντρικού φύλου και οι γυναίκες έμεναν μοναχές. Γι’ αυτό και ο άγνωστος ποιητής παρομοιάζει της μάνας, της γυναίκας, την αγκαλιά με κλουβί και το παιδί, τον άντρα της με πουλάκι που πέταξε, που της έφυγε και πήγε μακριά στα ξένα.
   Κι αυτός ο πόνος ήταν κρυφός, δεν τον φανέρωνε, τον κρατούσε καταδικό της, τον είχε μέσα στην καρδιά της κι εκδηλωνόταν με τραγούδι και χορό. Γι’ αυτό και ο χορός είναι βαρύς και αργός με ιδιαιτερότητες. Χορευόταν σε κάθε εκδήλωση, διότι το κάθε σπίτι είχε και τον δικό του ξενιτεμένο.
          3) Το τραγούδι «Μάρκος Μπότσαρης». Και ποιος Έλληνας δεν το γνωρίζει ότι αρνήθηκε τα αξιώματα από τους Καλαμαράδες λέγοντας: «τίτλους και αξιώματα τα κατακτάς στις μάχες και όχι μέσα στα γραφεία…». Και ο Διονύσιος Σολωμός απ’ τους Σουλιώτες εμπνεύστηκε τους στίχους στον εθνικό ύμνο «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά…». Όταν είδε τις Σουλιώτισσες να έχουν μέσα στις ποδιές τους τυλιγμένα τα κόκκαλα των προγόνων τους, που τα ξέθαψαν πριν φύγουν και τα πήραν μαζί τους όταν κυνηγήθηκαν από τον τόπο τους, για να μην τα μολύνουν οι άπιστοι του Αλή-Πασά.
  Εκεί πάνω στο ελεύθερο Σούλι, στο μοναδικό ελεύθερο ελληνικό κράτος πριν την επανάσταση, κυμάτιζε το λάβαρο που πήραν σύμβολα και χρώματα και έφτιαξαν την Ελληνική Σημαία. Με τους Σουλιώτες ερχόταν σε επαφή με τους απεσταλμένους του, ο μέγας Ναπολέων και έτσι δεν εμπιστευόταν τον πανίσχυρο και πανούργο Αλή-Πασά.
  Ηρωικός, περήφανος, Σουλιώτικος χορός, αργός, συρτός στα δύο. Ο χορός των χορών, όπως τον αποκαλούν και τον ασπάζονται στην Ήπειρο.
          4) «Ο Μπεράτης». Πολεμικός χορός της Θεσπρωτίας, και χορεύεται μόνο από άντρες. Όπως το θέλει η παράδοση, ο Μπεράτης ήταν γενναίος οπλαρχηγός στα βουνά της Θεσπρωτίας που παράτησε τα άρματα, το άλογο και τα σπαθιά του πάνω στα βουνά και άοπλος κατέβηκε στην πόλη και μεσημέρι μέσα στην αγορά σκότωσε, έπνιξε με τα χέρια του τον Τούρκο, τον τύρρανο Πασά. Και η πιο τολμηρή παράδοση μας λέει ότι αντιτάχθηκε στις ορδές του Τζένκις-Χαν, όταν οι Μογγόλοι πέρασαν στην Ευρώπη.
  Κάπως απίστευτη αυτή η ιστορία, κι όμως τώρα τελευταία μουσικολόγος ερευνητής από την Αμερική που έτυχε να παρακολουθήσει Ηπειρώτικο συγκρότημα που έδινε παράσταση στην Αμερική και άκουσε την ιστορία για το Μπεράτη, ερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι μουσικά του ακούσματα υπάρχουν και στην Μογγολία και έτσι επιβεβαιώνεται και αυτή η τολμηρή και απίστευτη ιστορία.
          5) «Ανάμεσα τρεις θάλασσες». Κυκλικός χορός στα τρία με βήματα μέσα και έξω, χορευόταν από νεαρά ανύπαντρα κορίτσια. Εδώ ο άγνωστος δημιουργός στο στίχο θέλει τη νέα, τριαντάφυλλο ανάμεσα σε τρεις θάλασσες, που δεν είναι τίποτα άλλο από την αγάπη, την ξενιτιά, και τη μοναξιά που δεν μπορούσε να ξεφύγει καμιά ηπειρωτοπούλα. Την ήθελε να στολίζεται, χρόνια και χρόνια, με καημό και καρτερία, να περιμένει υπομονετικά, ονειρεύοντας με νοσταλγία το γυρισμό του καλού της, την αγάπη από τα ξένα. Η μοίρα της ηπειρώτισσας κόρης. Παρακαλώ στοχαστείτε.
          6) «Η περδικομάτα». Τσάμικος χορός της Θεσπρωτίας, της Τσαμουριάς το Τσάμικο, όπως την αποκαλούμε εμείς οι ντόπιοι εκείνη την περιοχή, από όπου και πήρε το όνομα ο χορός και έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα εθνικός χορός.   
   Η Περδικομάτα χορευόταν και τραγουδιόταν σε όλους τους γάμους από το ψίκι, που έλεγαν τη συνοδεία του γαμπρού που πήγαινε να πάρει τη νύφη.    Και την ώρα που κοντοζύγωναν στο σπίτι της για να ακουστούν από τους συμπεθέρους. Και τότε έβγαιναν έξω οι φυλαχτάδες που ήταν οι εκλεκτοί της νύφης από τους καλεσμένους της, τους καλωσόριζαν, τους κερνούσαν λουκούμι και το ΔΑΚΡΥ της νύφης –που έλεγαν το ρακί που κερνούν εκείνη  τη στιγμή, για να ξεχωρίζουν και να προσδιορίσουν το υπέρτατο συμβολισμό, τη  μοναδικότητα και τη μεγαλοσύνη, τη γυναίκα! Το κερνούσαν με τη γαράφα-μπουκάλι-, νοητός ασπασμός για τη νύφη, και μαζί, χορεύοντας και τραγουδώντας, έμπαιναν στο σπίτι της νύφης.
          7) «Αργυροκαστρίτικος». Οργανικός σκοπός, βαρύς Ηπειρώτικος χορός, αργός και γρήγορος, χορεύεται από πολύ μερακλήδες χορευτές στα πανηγύρια και σε κάθε εκδήλωση όταν το τσούξεις λιγάκι παραπάνω.
Παλιά χορευόταν στην περιοχή Αργυροκάστρου, από όπου πήρε και την ονομασία, σε όλα τα παράλια της βορείου Ηπείρου, στην περιοχή της Μουργκάνας, και νοτιότερα στη Θεσπρωτία, τώρα σχεδόν σε όλοι την Ήπειρο.



 

 Ελλάς το μεγαλείο σου! 
Πέθαναν μεταξύ 500 και 322 π.χ.

* Πυθαγώρας 500 π.χ. ετών 80 στην εξορία από πείνα
* Μιλτιάδης 489 π.χ. ετών 65 στη φυλακή 
* Αριστέίδης 468 π.χ. ετών 72 στην εξορία από πείνα 
* Θεμιστοκλής 461 π.χ. ετών 66 στην εξορία 
* Αισχύλος 456 π.χ. ετών 69 στην εξορία 
* Περικλής 429 π.χ. ετών 66 παραιτήθηκε λόγο κατηγορίας 
* Φειδίας 429 π.χ. ετών 66 στην φυλακή
* Αναξαγόρας 428 π.χ. ετών 72 στην εξορία 
* Ηρόδοτος 426 π.χ. ετών 59 στην εξορία 
* Ικτίνος 420 π.χ. στην εξορία 
* Σοφοκλής 406 π.χ. ετών 90 στην εξορία από πείνα 
* Ευριπίδης 406 π.χ. ετών 74 στην εξορία 
* Αλκβιάδης 404 π.χ. ετών 48 στη  εξορία 
* Σωκράτης 399 π.χ. ετών 77 ήπιε το κώνειο 
* Θουκυδίδης 396 π.χ. ετών 64 στην εξορία 
* Αριστοφάνης 385 π.χ. ετών 61 στην εξορία από πείνα 
* Πλάτων 374 π.χ. ετών 80 στην εξορία 
* Ισοκράτης 338 π.χ. ετών 99 στην εξορία 
* Δημοσθένης 322 π.χ. ετών 62 πήρε δηλητήριο 

                                       (από το περιοδικό Δόξα)