Πρόσωπα και Πράγματα

Συνεργάστηκε με το μουσειολόγο, αρχιτέκτονα, μηχανικό Χαράλαμπο Χάιτα, το Φάρο των Τυφλών και μαζί διοργάνωσαν την έκθεση, στο Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης στην Πλάκα, η οποία θα βρίσκεται πλέον μόνιμα στο Μουσείο Δημητρίου & Βικτωρίας Μήτση, στα Σύβοτα Θεσπρωτίας. Τα αντικείμενα αυτά για πρώτη φορά στην Ελλάδα μπορούν με τη γραφή Braille να τα αντιληφθούν και άτομα με απώλεια όρασης. Η μοναδική έκθεση στην Ελλάδα που είναι προσβάσιμη για τυφλούς, αν εξαιρέσουμε το μουσείο των τυφλών στην Καλλιθέα, Αττικής.

Η έκθεση αυτή τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο καινοτομίας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Στρατηγικού Σχεδιασμού για το Λαϊκό Πολιτισμό στην Αθήνα και στην 3η Μπιενάλε στη Λευκορωσία, πήρε το Πρώτο Βραβείο και Χρυσό Μετάλλιο (Interior Design), σε 400 συμμετοχές από 29 χώρες.

Μερικά πράγματα μιλάνε για πρόσωπα μιας οικογένειας σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου τις δεκαετίες του '30, του '40 και του '50.

Ας ανακαλύψουμε ιστορίες με όσο το δυνατόν περισσότερες αισθήσεις ...

Όλοι δουλεύουν. Ο πατέρας φυλάει τα ζώα.
Άκου τα κουδούνια!
Ο αέρας μυρίζει τσάι και μέντα.
Τα παιδιά του πηγαίνουν κολατσιό.
Στο σπίτι,
Η μια αδελφή φτιάχνει ξινόγαλο στη βλάντα.
Η άλλη αδελφή υφαίνει στον αργαλιό.

Η γιαγιά μαγειρεύει σαλιγκάρια* με σπανάκι.

Θυμάται τη μια αδελφή του στην σαρμανίτσα μωρό.
Όταν είχαν όλοι δουλειές και έλειπαν από το σπίτι, στο διάλειμμα από το σχολείο πήγαινε σπίτι για να δει αν είναι καλά το μωρό.

Ξημερώνει η αρχή του χρόνου.
Η μάνα φτιάχνει κουλούρια για όλους: κοσκινίζει το αλεύρι στη σίτα, ζυμώνει, τα βάζει στο ταψί.
Ανακατεύει το φαγητό με την κουτάλα.
Σφραγίζει τα πρόσφορα.
Θα τα πάει στην εκκλησία να διαβαστούν.
Η αδελφή ψήνει στο ψήστρι* τον καφέ, η άλλη τον κόβει στο μύλο, είναι η μυρωδιά της γιορτής.

Χρόνο για παιχνίδι είχαν τις γιορτές.
Εκτός από τη σφεντόνα, τα αγόρια έπαιζαν με το βούρλα-κότσι, κόκαλο από αρνί ή κατσίκι.
Το πετούσαν ψηλά και ό,τι τους τύχαινε.
Η κάθε πλευρά αντιστοιχούσε σε ρόλο: του ψωμά, του κλέφτη, του βεζύρη, του βασιλιά.

Ο πατέρας πάει (όπως πάντα) στα ζώα: σήμερα θα δει το γούρι.
Τα παιδιά παίζουν έξω: τα αγόρια βούρλα-κότσι, τα κορίτσια πεντόβολα.

Αποφάσισε να φύγει από το χωριό και να πάει στην Αθήνα.
Ήθελα να αλλάξει ζωή. Ο δρόμος ήταν μακρύς.
Πέρασε δύσκολα.
Πήρε μαζί του ένα μαχαίρι για προστασία και μια βελέντζα: την έστρωνε και κοιμόταν.

Τη βελέντζα αυτή την είχε υφάνει η μάνα του.
Την πήρε μαζί του στην Αθήνα.
Σ' αυτή τυλιγόταν και κοιμόταν.
Ειδικά στην πρώτη του στάση, στο καφενείο ενός θείου του.

Μετανάστης ήταν κι ο παππούς του στην Αίγυπτο.
Είχε πάρει μαζί τα ξυριστικά και τα μαχαιροπίρουνα του.

Όταν φεύγουμε από τον τόπο μας, παίρνουμε μαζί αγαπημένα πράγματα.
Με αυτά είναι σα να επιστρέφουμε πάλι στο σπίτι και να ζούμε την παλιά μας ζωή.

Έφτιαξε μόνος του αυτό το μαχαίρι.
Το είχε επάνω του, όταν ήταν τσοπάνος.
Το πήρε μαζί του στην Αθήνα ...
για προστασία ή για να θυμάται την παλιά του ζωή;



* Αφού έτρωγαν τα σαλιγκάρια με σπανάκι, φύλαγαν το κέλυφος τους. Έφτιαχναν αρμαθιές με πολλά κελύφη. Τις έβαζαν σε ένα παλούκι στο αμπέλι και τους κήπους για προστασία από τα κακό μάτι.

* Στο ψήστρι έψηναν τον καφέ. Ο καφές ήταν είδος πολυτελείας. Έπιναν μόνο τις γιορτές. Τις άλλες μέρες, έπιναν τσάι του βουνού το πρωί και έτρωγαν τραχανά ή φασόλια ή ρεβύθια ή φακές, το πρωινό ήταν το πλουσιότερο γεύμα της ημέρας.