Στο Μαχαλά της Γιαννούλας

  • Θεατρικό
  • Σελίδες 48
  • Το θεατρικό δρώμενο «Στο Μαχαλά της Γιαννούλας», που σκηνοθέτησε ο ίδιος, παίχτηκε από τη θεατρική ομάδα της Ομοσπονδίας Μουργκάνας στο θέατρο Δόρα Στράτου το 2005, στο θέατρο Βράχων στο Βύρωνα, στις Φιλιάτες και χωριά της Ηπείρου και το 2012 στις “Ιωνικές γιορτές” στη Νέα Σμύρνη, από το Σύλλογο Ηπειρωτών Νέας Σμύρνης-Παλαιού Φαλήρου.

Τον πρωταρχικό στόχο που επιδιώκει να επιτύχει η παγκοσμιοποίηση, είναι η εξαφάνιση των ηθών και των εθίμων κάθε λαού, για να αποκοπεί από τις ρίζες του και να επέλθει το ισοπέδωμα των κοινωνιών.
ΚΙ έτσι με το γκρέμισμα των συνόρων ολοκληρώνονται οι στόχοι της που αποβλέπουν στο μηδενισμό της αξίας του ατόμου στο όνομα ΚΕΡΔΟΣ.
Γι’ αυτό κάθε υπεύθυνο άτομο και με αρχές, που βιώνει τις επιδράσεις της παγκοσμιοποίησης αντιστέκεται.
Στο “Μαχαλά της Γιαννούλας”, επιστρατεύτηκαν τα ήθη και έθιμα, δηλαδή η παράδοσή μας, που είναι το φρούριο και η μοναδική δύναμη που αντιστέκεται με σθένος και μπορεί να αποτρέπει τον κίνδυνο.
Η περιοχή της Μουργκάνας δεν επιλέχτηκε τυχαία, αλλά διότι είναι μια περιοχή με πλούσια παράδοση, που την συνθέτουν σπάνιες ιδιαιτερότητες και δεν τις συναντάς σε καμιά άλλη περιοχή της πατρίδας μας, παρά μόνο σε εκείνο τον άγονο τόπο, με ανθρώπους πρωτοπόρους, φιλοπάτριδες, ευγνώμονες, αφοσιωμένους στις αξίες του ατόμου, με βαθειά γνώση και μεγάλη προσφορά στην παράδοση.
Αυτές τις αρετές που χαρακτηρίζουν τους Μουργκανιώτες είχα την τύχη να τις γνωρίσω από μικρό παιδάκι και ας μην είμαι από εκείνα τα χώματα.
Αυτές τις αρετές τις διαπιστώνει και σήμερα κανείς, αν γνωρίσει από κοντά τους Μουργκανιώτες, οι οποίοι με πίστη, πείσμα, θέληση και γνώση αντιστέκονται στην παγκοσμιοποίηση όπως πρωτοπόροι και οι πρόγονοί τους, πολύ πριν το Κιλελέρ, το 1858, εξεγέρθηκαν κατά των Τούρκων και διεκδίκησαν τα ελάχιστα άγονα ξεροχώραφα τους.
Θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε μια περίπτωση ενός Μουργκανιώτη και ας φαίνεται ασήμαντη ή και άσχετη ακόμη, γιατί έχω την εντύπωση ότι είναι η έκφραση της ευγνωμοσύνης σε όλο της το μεγαλείο.
Πρόκειται για τον Βασίλη Καλαντζή, ο οποίος ερχόταν στο χωριό μου, Βλαχώρι τότε, Πολύδροσο τώρα, πριν τον πόλεμο του ‘40 και μετά στην Κατοχή για να γανώσει τα μπακίρια - χαλκώματα, που λέγαμε τα ταψιά, κατσαρόλες, κακάβια και τα υπόλοιπα σκεύη του σπιτιού και οι γονείς μου τον φιλοξενούσαν στο σπίτι μας.
Τον καιρό εκείνο, όλοι του επαγγέλματος του Βασίλη Καλαντζή, κατέληγαν σε κάποια άδεια παλιοαχυροκαλύβα, ή σε κανένα υπόστεγο εκκλησιάς, ή σχολείου αν είχαν και αν τους το επέτρεπαν.
Σε σπίτι δεν θυμάμαι, αλλά ούτε άκουσα ότι τους κοιμίζανε.
Τα βράδια, μετά το φαγητό με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με έπαιζε - ούτε πατέρας μου να ήταν - και μου έλεγε ατελείωτες ιστορίες από τα μέρη που πήγαινε με το επάγγελμά του, Θεσσαλία, Πελοπόνησσο, Καβάλα.
Με τον Εμφύλιο εξαφανίστηκε.
Ένα, δύο, τρία χρόνια, την άνοιξη που ήταν ο καιρός του για να έρθει, ρωτούσα τη μάνα μου:
- Πότε θα έρθει ο Καλαντζής μάνα;
- Αχ ! παιδάκι μου, απαντούσε, δεν πέρασε ούτε και αυτή την άνοιξη, κάποιο κακό βόλι θα τον έφαγε άδικα και αυτόν τον άμοιρο, όπως και τόσους άλλους.
Όταν ξύπναγα τα πρωϊνά με την τσίμπλα στα μάτια, ψηλά από το χωριό μου κοίταζα πέρα μακρυά τα Μουργκανοχώρια.
Η μόνη οπτική διέξοδος του χωριού μου και αγνάντευα να δω τον ερχομό του.
Και ω! του θαύματος!
Προτού ακόμη τελειώσει ο Εμφύλιος, ο Βασίλη Καλαντζής νυχτιάτικα εμφανίστηκε στο σπίτι μας.
Κατόρθωσε να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό ή τον αποκλεισμό του πέρα από τον Καλαμά - δεν το γνωρίζω.
Πάντως με κίνδυνο της ζωής του ήρθε κρυφά στο σπίτι μας για να δει αν ζούμε και να μας ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΕΙ για την φιλοξενία που του παρείχαμε.
Όπως μας είπε, θα έφευγε για μακρυά και δεν γνώριζε αν θα ξαναγύριζε, να ξαναϊδωθούμε.
Δεν ξανανταμωθήκαμε!
Βασίλης Αληγιάννης, το όνομά του από το Μπαμπούρι της Μουργκάνας.
Με την υπέργηρη μητέρα μου ακόμη και σήμερα αναφέρομε την ανθρωπιά του.


Μητς Μήτσης - Στο Μαχαλά της Γιαννούλας